[<< wiktionary] περιορίζομαι
== Greek ==


=== Verb ===
περιορίζομαι • (periorízomai) passive (past περιορίστηκα, active περιορίζω)

passive form of περιορίζω (periorízo).


==== Conjugation ====
see this verb's full conjugation at: περιορίζω (periorízo)