[<< wiktionary] μικρούτσικος
== Greek ==


=== Etymology ===
μικρός (mikrós, “small”) +‎ -ούτσικος (-oútsikos, “diminutive form”)


=== Adjective ===
μικρούτσικος • (mikroútsikos) m (feminine μικρούτσικη or μικρούτσικια, neuter μικρούτσικο)

tiny, wee, very small
smallish


==== Declension ====